
Τα λόγια αυτά του Ιησού Χριστού, προς τους δυσπιστούντες Ιουδαίους έχουν παγκόσμια και αιώνια ισχύ. Αυτή τη βδομάδα, οι ηγέτες των δύο Αποστολικών Εκκλησιών μαζί με τον Προκαθήμενο της τοπικής Εκκλησίας, με την βαριά σε συμβολισμούς επίσκεψή τους στην Λέσβο, θέλησαν να στείλουν ένα βαρυσήμαντο μήνυμα αλήθειας σε όλο τον κόσμο.
Δεν μπορούμε να αγνοούμε το βαθειά ανθρώπινο πρόβλημα των δυστυχισμένων προσφύγων. Φεύγουν τον αφανισμό από πολέμους που ο Δυτικός κόσμος δημιούργησε. Τώρα ήρθε η ώρα του λογαριασμού και τον λογαριασμό πρέπει να τον πληρώσουν, αυτοί που δήθεν εν ονόματι των δημοκρατικών ελευθεριών, παρήγγειλαν και «μαγείρεψαν» τους πολέμους στη Μέση Ανατολή, περιλαμβανομένων των ΗΠΑ, Τουρκίας και Σαουδικής Αραβίας που δεν μπορούν να βγάζουν την ουρά τους απέξω.
Οι Χριστιανοί ηγέτες έστειλαν επίσης το εξίσου αιώνιο μήνυμα, ότι δεν μπορούμε να μένομε αδιάφοροι και αμέτοχοι, μπροστά σ’ αυτή την βάναυση ανθρωπιστική κρίση, που μόνο με τον τραγικό απολογισμό του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου μπορεί να συγκριθεί. Δεν μπορούμε να σκουπίσουμε κάτω απ’ το χαλί το «ἐφʹ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε». Εν προκειμένω το μήνυμα του Πάπα, ήταν ιδιαίτερα ηχηρό στις καθολικές χώρες του Βίζενγκραντ, που με πολλή απανθρωπιά έκλεισαν βάναυσα την Βαλκανική δίοδο. Το υπογράμμισε μάλιστα με τον έπαινο Του στον Ελληνικό λαό για την συμπαράσταση του στους πρόσφυγες και τη χειρονομία να πάρει μαζί Του δυο οικογένειες στη Ρώμη.
Εδώ όμως πρέπει να έρθομε και στα καθ’ ημάς. Η πραγματικότητα είναι ότι, ενώ για τον λαό, η αυθόρμητη συμπαράσταση στη δυστυχία των προσφύγων ήταν κίνημα ψυχής, για την Κυβέρνηση ήταν ένα «ατύχημα» διπλής μορφής: Από τη μια, δεν περίμεναν ότι οι πρόσφυγες θα μας «ξέμεναν», αλλά ότι αντίθετα ήταν ένα θεόσταλτο μέσο εκδίκησης και άσκησης πίεσης στους «τοκογλύφους δανειστές μας». (Θυμάστε την απειλή ότι «θα τους στείλουμε τους τζιχαντιστές;»). Και, από την άλλη, με την ανικανότητα τους να ετοιμάσουν έγκαιρα και άρτια κλειστούς χώρους υποδοχής φέρθηκαν στην πράξη, αντίθετα με τον λαό, απάνθρωπα στους δυστυχείς αυτούς ανθρώπους, επιτρέποντας τη δημιουργία των φαβελλών στην Ειδομένη και Πειραιά.
Δυστυχώς, η φαινομενικά ανεκτική συμπεριφορά της Κυβέρνησης στις προσφυγικές ροές δεν ήταν εσκεμμένη πολιτική (πώς να «σκεφτούν» οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ;) αλλά ενστικτώδης εκδήλωση της ιδεοληψίας της ανομίας που τους διακατέχει. Το κίνητρο ήταν το ίδιο με το οποίο υπερασπίζονται, ακόμα και στα δικαστήρια, τους αναρχο-αυτόνομους ή τους «δεν πληρώνω» ή αποφυλακίζουν τους ισοβίτες.
Ας ξαναγυρίσομε όμως στην πραγματικότητα. Η παραμονή των 50.000 προσφύγων και μεταναστών είναι ένα γεγονός με το οποίο θα ζήσομε για αρκετά χρόνια.
Πρώτο λοιπόν καθήκον μας είναι να δημιουργήσουμε ανεκτές συνθήκες διαβίωσης στους κατατρεγμένους αυτούς ανθρώπους και να τους βοηθήσουμε να ενταχθούν στην κοινωνία μας. Όφελος θα έχουμε, όχι ζημιά, όπως στην περίπτωση της απείρως ογκωδέστερης μετανάστευσης των Αλβανών γειτόνων μας.
Δεύτερο, πρέπει να επιτύχουμε τον περιορισμό των ροών, φυλάγοντας στοιχειωδώς τα σύνορά μας, αντί να το ζητούμε από ΝΑΤΟ και άλλους. Οι προσκλήσεις για λιάσιμο στα παγκάκια, ή τα περί επενδύσεων των προσφύγων στην Ελλάδα, αποτελούν σύνθημα για τους δουλέμπορους, όχι λύση.
Τρίτο και τελευταίο. Πρέπει επειγόντως να ξαναγίνουμε συντεταγμένο κράτος. Δεν μπορεί αντί για παρουσία του κράτους, να έχομε ύποπτες ΜΚΟ και πράκτορες των διακινητών να χειρίζονται τους πρόσφυγες. Ούτε να υποκαθιστούμε την παρουσία της αστυνομίας με εκφοβιστικές υπερπτήσεις πάνω απ’ τις φαβέλλες.
Αλλά το συντεταγμένο κράτος ξεκινά από μια συντεταγμένη Κυβέρνηση. Μπορεί οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ από Διαμαρτυρόμενοι τύπου Δρίτσα να αποτελέσουν ένα ορθόδοξο κράτος;



