Οι απαράδεκτες αμοιβές των πολιτικών

Σιγκαπούρη

Θάνος Τζήμερος – capital.gr

Μα είναι δυνατόν, όταν ο κοσμάκης πεινάει, ο πρωθυπουργός να έχει ετήσια αμοιβή ενάμισι εκατομμύριο ευρώ και ο υπουργός οχτακόσιες χιλιάδες;

Αυτή η κουβέντα θα ήταν η πρώτη που θα περίμενες να κάνεις με τον ταξιτζή που θα σε έπαιρνε από το αεροδρόμιο της Σιγκαπούρης. Αλλά οι Σιγκαπουριανοί δεν την κάνουν. Έχουν καταλάβει ότι ο λόγος που στη χώρα τους ο κοσμάκης δεν πεινάει είναι διότι αυτοί που τον διοικούν αμείβονται ανάλογα με τις ικανότητές τους και τις ευθύνες που αναλαμβάνουν. Με αυτή τη νοοτροπία κατάφεραν ένα πάμφτωχο λασποχώρι στη μέση του Ινδικού Ωκεανού να το μεταμορφώσουν στην οικονομική, τεχνολογική και επιστημονική υπερδύναμη που είναι σήμερα.

Αυτό το άρθρο δεν θα μπορούσα να το γράψω πριν την παραίτησή μου από την πολιτική, το 2023, διότι θα θεωρούνταν υστερόβουλο. Μπορώ όμως τώρα. Και επειδή κάποιοι κουράζονται να διαβάζουν άρθρα τεκμηρίωσης, που όσο να ’ναι έχουν κάποιο μέγεθος, λύνω τον γρίφο από την πρώτη παράγραφο για να τους απαλλάξω από τη συνέχεια. Οι αμοιβές των πολιτικών στη Σιγκαπούρη είναι κανονικές. Απαράδεκτες είναι των Ελλήνων πολιτικών. Διότι είναι τραγικά, εξωφρενικά, εξοργιστικά, παρανοϊκά μικρές.

Ο Έλληνας θέλει να τον διοικούν άνθρωποι που δέχονται να μανατζάρουν ένα υπουργείο με 150.000 υπαλλήλους και 7 δισεκατομμύρια ευρώ ετήσιο προϋπολογισμό, παίρνοντας τεσσεράμισι χιλιάρικα τον μήνα, λιγότερα από ένα μεσαίο τραπεζικό στέλεχος. Κι αυτή είναι η αμοιβή του εξωκοινοβουλευτικού υπουργού. Του υπουργού που είναι και βουλευτής, η αμοιβή είναι ένα ολοστρόγγυλο μηδέν. Παίρνει απλώς τον μισθό του βουλευτή. Μάλιστα, προβιβαζόμενος σε υπουργό, παίρνει συνολικά λιγότερα, διότι ως βουλευτής συμμετείχε σε κοινοβουλευτικές επιτροπές που αμείβονται με €75 ανά συνεδρίαση (4-8 τον μήνα), ενώ ως υπουργός δεν συμμετέχει.

Είναι σαν να διαθέτεις ένα πεντακοσάρικο τον μήνα για νοίκι και να ψάχνεις βίλα με κήπο και πισίνα στην Εκάλη. Δεν θα βρεις. Θα βρεις γκαρσονιέρα στην Αχαρνών. “Ό,τι δίνεις, παίρνεις” λένε στο χωριό μου. Δηλαδή, αν δίναμε €50.000 τον μήνα στον βουλευτή θα μαζευόντουσαν στο Κοινοβούλιο οι κορυφαίοι του πνεύματος και των επιστημών; Όχι! Πάλι ηθοποιοί, τραγουδιστές, αθλητές, δημοσιογράφοι και άεργα παιδιά του κομματικού σωλήνα θα ήταν, όσο ο “σοφός” λαός τους εκλέγει με τα γνωστά του κριτήρια. Όμως, αν οι υπουργοί ήταν αποκλειστικά εξωκοινοβουλευτικοί, και όχι φιλόδοξοι κομματικοί παραγοντίσκοι, το ερώτημα για το ποιο θα έπρεπε είναι το πακέτο αποδοχών τους, θα ήταν πολύ ουσιαστικό. Και δεν εννοώ μόνο τα χρήματα, αλλά όλα αυτά που συνθέτουν ένα οικοσύστημα διοίκησης, όπως υπάρχει στον ιδιωτικό τομέα, μέσα στο οποίο ένας μάνατζερ μπορεί να λειτουργεί, να λαμβάνει αποφάσεις και να τις υλοποιεί. Ας κάνουμε μια σύγκριση.

Ο CEO προσλαμβάνεται από το Δ.Σ. και κρίνεται από τους μετόχους. Aυτοί “πονάνε” τα λεφτά που επένδυσαν και περιμένουν να τα αυγατέψει. Γι’ αυτό και νοιάζονται, παρακολουθούν την πορεία του και ζητάνε λογαριασμό. Ο υπουργός διορίζεται από τον πρωθυπουργό με κριτήρια εσωκομματικών ισορροπιών και γεωγραφικής αντιπροσώπευσης. Οι φορολογούμενοι, οι μέτοχοι ουσιαστικά του κράτους, των οποίων τα λεφτά διαχειρίζεται, δεν ξέρουν ούτε πόσα είναι αυτά, ούτε τι πρέπει να περιμένουν, ούτε καν τι θεωρείται επιτυχία και τι αποτυχία. Κι ούτε πρόκειται ποτέ κανένας να τους δώσει λογαριασμό. Γιατί να νοιαστούν;

Ο CEO περιβάλλεται από συνεργάτες της απολύτου εμπιστοσύνης του, που ξέρουν ότι η επαγγελματική τους εξέλιξη εξαρτάται από το πόσο υποστηρικτικοί είναι στις αποφάσεις του. Αν τα πάνε καλά θα πάρουν μπόνους, αν τα πάνε χάλια θα πάρουν πόδι. Ο υπουργός περιβάλλεται από ανθρώπους που τους βρήκε εκεί, και θα πρέπει να ξοδέψει αρκετούς μήνες για να καταλάβει πώς λειτουργεί το μαγαζί, ποιες κλίκες ελέγχουν τι, ποιους μπορεί να εμπιστεύεται και ποιοι τον υπονομεύουν. Δεν μπορεί να ανταμείψει τους δουλευταράδες ούτε να διώξει τους τεμπέληδες. Θα τους λούζεται όπως τους λούζεται και ο φορολογούμενος. Κι αν τολμήσει να αλλάξει σε κάποιον ακόμα και την καρέκλα που κάθεται, μπορεί αυτός να προσφύγει στο Διοικητικό Εφετείο και στο Συμβούλιο της Επικρατείας, να κάνει αγωγή για ηθική βλάβη, και, μέχρι να εκδικαστούν όλα αυτά, ο υπουργός είναι υποχρεωμένος να κάθεται και να τον καμαρώνει. Το οξύμωρο, ειδικά για τη μεταμνημονιακή Ελλάδα, είναι ότι καλείται να υλοποιήσει μεταρρυθμίσεις, με έναν διοικητικό μηχανισμό που δεν θέλει να αλλάξει τίποτε, γιατί θα χάσει τη βολή του.

Ο CEO αν αποφασίσει για την αγορά εξοπλισμού σήμερα, μπορεί να τον παραγγείλει σήμερα και να τον παραλάβει σήμερα. Ο υπουργός θα πρέπει να προκηρύξει μειοδοτικό διαγωνισμό, να τον δημοσιεύσει, να γράψει τόμους με τους όρους και τις προδιαγραφές, να φτιάξει επιτροπές αξιολόγησης, να περιμένει τις σφραγισμένες προτάσεις, τις ενστάσεις αυτών που δεν θα επιλεγούν και τις δικαστικές αποφάσεις που μετά από έναν χρόνο, 3 χρόνια ή και 10 χρόνια θα κατακυρώσουν τελικά τον διαγωνισμό στον μειοδότη. Αν, για να τα αποφύγει όλα αυτά, σπάσει το έργο σε 30άρια, θα τον κρεμάσουν στα μανταλάκια για σκάνδαλο απ’ ευθείας αναθέσεων (που μπορεί και να ισχύει).

Ο CEO αποφασίζει με κριτήρια κόστους – ποιότητας. Ο υπουργός είναι δεσμευμένος να πάρει το απολύτως φθηνότερο και ας είναι μάπα το καρπούζι, γιατί αλλιώς θα τον τρέχουν στα δικαστήρια για απιστία κατά του Δημοσίου.

Στον ιδιωτικό τομέα, οι κανόνες είναι ξεκάθαροι και τα μεγέθη μετρήσιμα. Όταν πιάσει τους στόχους, ο CEO ανταμείβεται επιπλέον με μπόνους και μετοχές. Για τον υπουργό, τα KPIs είναι κινέζικα. Η επιτυχία κρίνεται στην πολιτική ζυγαριά. Φέρνει ψηφαλάκια; Τον κρατάμε. Δεν φέρνει; Τον ανασχηματίζουμε.

Ο CEO είναι στο γραφείο του και δουλεύει. Ο υπουργός θα περάσει πρώτα από δυο-τρία κανάλια. Κι όταν φτάσει στο γραφείο, θα πρέπει να κάνει ένα σωρό άχρηστες συναντήσεις, να δεχτεί αντιπροσωπείες από ομάδες οργανωμένων συμφερόντων και από την εκλογική του περιφέρεια, που ο καθένας ζητάει ό,τι του φανεί του λωλοστεφανή, να τρέχει σε εγκαίνια, σε πολιτικές και κοινωνικές εκδηλώσεις, σε περιοδείες ανά την Επικράτεια, σε τραπεζώματα με τους πολιτικούς φίλους, σε συνέδρια και ημερίδες επαγγελματικών φορέων, και να έχει χρόνο επιπλέον για προσωπική και οικογενειακή ζωή.

Ο CEO παίρνει ρίσκα. Αν δεν του βγουν, θα κριθεί. Μπορεί να χάσει τη θέση του, αλλά δεν κινδυνεύει να βρεθεί στο Ειδικό Δικαστήριο. Ο υπουργός ζει ως οιονεί υπόδικος. Μια απλή διοικητική απόφαση, μια υπογραφή σε σύμβαση που καθυστέρησε ή ένα γραφειοκρατικό λάθος υφισταμένου μπορούν να γίνουν αντικείμενα μηνυτήριας αναφοράς, εξεταστικής επιτροπής και δικαστικής δίωξης. 

Ο CEO λογοδοτεί στο Διοικητικό Συμβούλιο και στους μετόχους. Οι συνεδριάσεις γίνονται σε αξιοπρεπείς χώρους, με σοβαρούς ανθρώπους που ξέρουν από αριθμούς και καταλαβαίνουν, ας πούμε, τη διαφορά ανάμεσα σε εξωγενείς και ενδογενείς παράγοντες. Στον δημόσιο λόγο διαθέτει κύρος και αντιμετωπίζεται με σεβασμό. Ο υπουργός λογοδοτεί σε μια αρένα. Τραβολιογιέται στα τηλεοπτικά παράθυρα, τον συκοφαντούν στα social media, τον βρίζουν οι υφιστάμενοί του, τον κατηγορεί όποιος έχει πληκτρολόγιο για ανικανότητα, για αναλγησία, για μίζες, για κρυφές ατζέντες (που μπορεί και να ισχύουν). Ξοδεύει το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας και του χρόνου του όχι στο να σχεδιάζει πολιτικές, αλλά στο να αποκρούει επικοινωνιακά πυρά, να ισορροπεί σε εσωκομματικές κόντρες και, φυσικά, να έχει ικανοποιημένη την εκλογική του πελατεία, για να επανεκλεγεί.

Με όλα αυτά ως συνθήκες εργασίας και αμοιβών, ποιος σοβαρός μάνατζερ θα αφήσει την απαιτητική αλλά καλοπληρωμένη θέση του στον ιδιωτικό τομέα για να κάνει μακροβούτι χωρίς αναπνευστήρα στη λυματολάσπη του Δημοσίου; Πώς περιμένουμε να διοικηθεί αποτελεσματικά η χώρα, όταν το πλαίσιο στο οποίο καλούνται να λειτουργήσουν οι επικεφαλής των υπουργείων αποθαρρύνει την πρωτοβουλία, επιβραβεύει την αδράνεια, ανταμείβει με ψίχουλα και κάνει τους πραγματικά ικανούς να φεύγουν τρέχοντας;

Στη Σιγκαπούρη, αυτό το κατάλαβαν νωρίς, αμέσως μόλις η εμμονή του Λη Κουάν Γιου στην αξιοκρατία φόβισε τους Μαλαίσιους, που λειτουργούσαν “παραδοσιακά”, και έδιωξαν τη Σιγκαπούρη από την Ομοσπονδία (1965). Τότε η χώρα μας, μολονότι φτωχή, ήταν 6,7 φορές “πλουσιότερη” από τη Σιγκαπούρη. Σήμερα, βλέπουμε την πλάτη της και το εισόδημα των κατοίκων της με κιάλια. 

Γιατί η Σιγκαπούρη μας προσπέρασε σαν σταματημένους; Διότι η αντίληψη “θέλουμε τους καλύτερους και τους καλοπληρώνουμε για να τους κρατήσουμε” ισχύει σε όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου βίου της. Θα μπορούσα να γράψω βιβλίο για το “θαύμα της Σιγκαπούρης”, το οποίο δεν είναι καθόλου θαύμα: βασίστηκε απλώς στην εφαρμογή αρχών της κοινής λογικής, που εμείς εδώ απεταξάμεθα ως ελιτίστικες, προτιμώντας την σοσιαλιστική ισοπέδωση. Θα περιοριστώ, σ’ αυτό το πόνημα σε δύο μόνο τομείς, κομβικής όμως σημασίας για την επιβίωση ενός κράτους: την Παιδεία και τη Δημόσια Διοίκηση.

Στις εξετάσεις PISA του ΟΟΣΑ, η Σιγκαπούρη καταλαμβάνει σταθερά την πρώτη θέση στον κόσμο, ενώ η κοιτίδα του δυτικού πολιτισμού, η μήτρα των γραμμάτων, των τεχνών και της επιστήμης δεν πιάνει ούτε τη βάση. Και σε κάθε επόμενη μέτρηση, πέφτουμε χαμηλότερα. Μερικά στατιστικά που πονάνε: 

– Στα Μαθηματικά, το 37% των μαθητών της Σιγκαπούρης κατατάσσεται στην ανώτατη βαθμίδα αριστείας (έναντι 8% στον ΟΟΣΑ και μόλις 2% στην Ελλάδα).

– Στις Φυσικές Επιστήμες, το 26% των μαθητών της Σιγκαπούρης είναι στο κορυφαίο επίπεδο (έναντι 7% στον ΟΟΣΑ και μόλις 1% στην Ελλάδα).

– Στην πατρίδα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, οι μισοί περίπου 15χρονοι μαθητές είναι λειτουργικά αναλφάβητοι. Πρώτοι και στην Κατανόηση Κειμένου είναι οι Σιγκαπούριοι. Το 22% αριστεύει, έναντι 6% του ΟΟΣΑ και 1% της Ελλάδας.

– Το 15% των μαθητών της Σιγκαπούρης πέτυχε κορυφαίες επιδόσεις και στους τρεις τομείς (το υψηλότερο ποσοστό παγκοσμίως, με μέσο όρο ΟΟΣΑ 3% και Ελλάδας 0%).

Πώς τα καταφέρνουν; Είναι απλό: στη Σιγκαπούρη ως εκπαιδευτικοί επιλέγονται οι άριστοι. Και πληρώνονται ανάλογα: υψηλές αμοιβές εισόδου, σύνδεση μισθού με απόδοση (KPIs) και τεράστια μπόνους παραγωγικότητας.

Στη Σιγκαπούρη δεν περιμένεις “σε λίστα”. Οι προσλήψεις γίνονται μόνο από το κορυφαίο 30% των αποφοίτων πανεπιστημίου, και πληρώνονται ήδη κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής τους εκπαίδευσης στο Εθνικό Ινστιτούτο Εκπαίδευσης, ανάλογα με τις επιδόσεις τους, με €40.000 έως €47.000 ετησίως, που τους μένουν στην τσέπη, καθώς ο  φόρος εισοδήματος είναι σχεδόν αμελητέος, μικρότερος από 3%. Αυτή είναι μόνο η αρχή. Η εξέλιξη δεν γίνεται με επετηρίδες και τριετίες, αλλά μέσω των διαδρομών καριέρας (career tracks) που επιλέγει ο εκπαιδευτικός, και των επιδόσεών του. Mπορούν τα εισοδήματα ενός έμπειρου, επιτυχημένου καθηγητή να φτάσουν τα €180.000 τον χρόνο. Εκεί, δεν αξιολογεί το ένα κομματόσκυλο το άλλο. Αξιολογούνται τα μαθησιακά αποτελέσματα και η πρόοδος των μαθητών – όχι μόνο οι βαθμοί αλλά η “προστιθέμενη αξία” που έδωσε ο καθηγητής στους μαθητές του, με την ολιστική ανάπτυξη και τη διαπαιδαγώγηση του χαρακτήρα τους (ναι, μπορούν να μετρηθούν), αξιολογείται η προσωπική επαγγελματική εξέλιξη και η συνεισφορά του στο σχολείο (έρευνα, εκπαίδευση νεότερων συναδέλφων) και ζυγίζεται το ανώτατο επίπεδο ευθύνης στο οποίο μπορεί να φτάσει. Αν είναι ικανός για “τα ψηλά και τα δύσκολα”, το Υπουργείο τον προωθεί ταχύτατα.  

(Έχω προτείνει ένα απλό και αντικειμενικό σύστημα αξιολόγησης των Πανεπιστημίων, που, μέσω της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, μπορεί να γίνει πολύ εύκολα: Βρίσκουμε α) πόσο τοις εκατό των αποφοίτων κάθε σχολής των ελληνικών ΑΕΙ, τα τελευταία 10 χρόνια, εξασκεί το επάγγελμα που σπούδασε και β) ποιο είναι το μέσο εισόδημά τους. Για να δούμε αν τα χρήματα του φορολογούμενου επενδύθηκαν σωστά και συνέβαλαν στην ανάπτυξη της χώρας. Διαφωνεί κανείς;) 

Για να μην “κλέβει” ο ιδιωτικός τομέας τους καλούς καθηγητές, το κράτος καταθέτει κάθε χρόνο ένα ποσό (€2.100 – €5.600) σε έναν ειδικό λογαριασμό για κάθε καθηγητή, που μπορεί να τον “ξεκλειδώσει” και να τα εισπράξει, ανάλογα με τα χρόνια παραμονής στην υπηρεσία.

Παράγοντας τόσους άριστους μαθητές, τι τους κάνει η Σιγκαπούρη; Τους δίνει υποτροφία για να σπουδάσουν στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου. Όχι όμως ως δώρο, αλλά ως επένδυση που πρέπει να αποδώσει, όταν όλοι αυτοί επιστρέψουν (υπογράφουν συμφωνητικό με ρήτρα επιστροφής της υποτροφίας, εντόκως) και αναλάβουν διοικητικές θέσεις στον δημόσιο μηχανισμό. Τη Σιγκαπούρη την διοικούν οι κατά τεκμήριο καλύτεροι. Δεν υπάρχουν μόρια και κοινωνικά κριτήρια. Αν κάποιος έχει ανάγκη κοινωνικής στήριξης, θα πάρει την κοινωνική βοήθεια που χρειάζεται. Δεν θα διοριστεί όμως στο Δημόσιο, ως ευάλωτος και ευπαθής. 

Ο ετήσιος εισαγωγικός μισθός στο Δημόσιο για έναν απόφοιτο πανεπιστημίου είναι περίπου όπως και του καθηγητή στη Μέση Εκπαίδευση (€36.500 – €49.000). Όμως εξελισσόμενος παίρνει πολλά περισσότερα και μπορεί να φτάσει στην ανώτατη βαθμίδα διοίκησης, στη θέση του Permanent Secretary, αντίστοιχη του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου. Στη Σιγκαπούρη, όπως και στην Ελλάδα κάποτε, αυτή η θέση είναι διοικητική και όχι πολιτική. Ο Permanent Secretary είναι 100% επαγγελματίας manager, δημόσιος λειτουργός καριέρας, η ψυχή και η μνήμη του Υπουργείου. Υπηρετεί επί δεκαετίες, γνωρίζει κάθε τεχνική λεπτομέρεια, εξασφαλίζοντας ότι η κρατική μηχανή λειτουργεί ανεπηρέαστη από εκλογικούς κύκλους. Στο δικό μας “διοικητικό μοντέλο” είναι ένας αποτυχών βουλευτής ή κομματικός παρατρεχάμενος, που κάπου πρέπει να τον βολέψουμε. Κι όταν ζυγώνουν εκλογές, παραλύουν τα πάντα. Οι ετήσιες αποδοχές του Permanent Secretary είναι από 840.000 έως 1.260.000 ευρώ! Έχει και περισσότερα: ο Επικεφαλής της Δημόσιας Διοίκησης (Head of Civil Service), ο Γραμματέας των Γραμματέων, σύμβουλος του πρωθυπουργού, έχει ετήσιο πακέτο €1.400.000, περίπου σαν του πρωθυπουργού. 

Σου φαίνονται πολλά λεφτά; Έχεις συνειδητοποιήσει, αγαπητέ νεοέλληνα, που είσαι τόσο επιρρεπής στον λαϊκισμό, τις ευθύνες που συνεπάγεται η διοίκηση ενός κράτους; Τις ικανότητες που απαιτούνται; Έχεις καταλάβει, καθώς βγάζεις λόγους στα καφενεία κατά της διαφθοράς, τι σημαίνει να υπογράφει κάποιος συμφωνίες δισεκατομμυρίων και να αμείβεται τον μήνα με λιγότερα από όσα “βγάζει” σε μια βραδιά στο Ολυμπιακό Στάδιο μια νότα από ένα σουξέ της εποχής; Πότε νιώθεις μεγαλύτερη ασφάλεια; Όταν τις τύχες σου τις κρατούν στα χέρια τους άγονοι γόνοι πολιτικών τζακιών, ανεπάγγελτα κομματικά pets, ή άνθρωποι, όπως στη Σιγκαπούρη που αριστεύουν συνεχώς από 5 χρονών και έχουν αποδείξει, σε δεκαετίες επαγγελματικής διαδρομής, ότι δεν τα παίρνουν μόνο, αλλά και τα φέρνουν; Πώς νομίζεις έφτασε ένα λιλιπούτειο κράτος με έκταση την μισή της Ρόδου να έχει υπερδιπλάσιο ΑΕΠ από την Ελλάδα; 554,8 δισεκατομμύρια δολάρια η Σιγκαπούρη, το 2025, 268,6 εμείς. (Στοιχεία ΔΝΤ). Πώς κατάφερε να έχει μια από τις πέντε πιο αδιάφθορες δημόσιες διοικήσεις στον κόσμο και να είναι σταθερά στην πρώτη τριάδα των πιο ανταγωνιστικών οικονομιών του πλανήτη και των πιο φιλικών στο επιχειρείν;

Δεν μας αφορούν εμάς αυτά τα καπιταλιστικά. Αλλά, δεν μας νοιάζει ούτε και η μίζερη καριέρα που προσφέρεται στους ΔΥ και στους εκπαιδευτικούς. Ούτε προβληματιζόμαστε με τους αμόρφωτους, σχεδόν αναλφάβητους αποφοίτους, που παράγει σωρηδόν η Παιδεία μας. Θα τον βρουν τον δρόμο τους. Και κάποια μέρα μπορεί να τους καμαρώσουμε στο Υπουργικό Συμβούλιο. Ή στο Μαξίμου.

* Ο Θάνος Τζήμερος είναι επιχειρηματίας, πρώην πρόεδρος της “Δημιουργίας Ξανά”

Αφήστε ένα Σχολιο

Προηγούμενο άρθρο