Το ότι σε μία χώρα όπως η Ελλάδα ακόμη και μία διαδικασία όπως η απογραφή του πληθυσμού θα έδινε αφορμές για αντιπαραθέσεις, συνωμοσιολογίες και ποικίλες αντιδράσεις, ίσως δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει.

Αυτό που εκτυλίσσεται τις τελευταίες εβδομάδες στα κοινωνικά δίκτυα απεικονίζει μία πραγματικότητα για το πνευματικό επίπεδο μίας διόλου ευκαταφρόνητης ομάδας του πληθυσμού, η οποία έχει και πολιτική έκφραση και πολιτική επιρροή. Μπορεί περιορισμένη, αλλά πάντως καθοριστική για τη διαμόρφωση μίας ατζέντας στη δημόσια συζήτηση και σε πολλά πεδία της.
Περιττό να επαναλάβει κανείς τη ματαιότητα της επιχειρηματολογίας περί φακελώματος, «Μεγάλου αδελφού», μηχανισμών ελέγχου από το κράτος κ.ά., όταν τόσα εκατομμύρια Έλληνες έχουν βγάλει στη φόρα τα προσωπικά τους και σχεδόν κάθε πτυχή της καθημερινότητας τους, των πεποιθήσεων και των πολιτικών τους αντιλήψεων, στο Facebook, στο Τwitter, στο Instargam και όποια άλλη πλατφόρμα.
Δεν είναι περιττό όμως να δει κανείς, με μία τυχαία ματιά στην προηγούμενη απογραφή του 2011, πώς όλα αυτά μπορεί να εξηγούνται και πώς θα όφειλε κανείς να αξιοποιεί τα στοιχεία για την κατάσταση της χώρας και του πληθυσμού της, αν θέλει να αξιολογεί στάσεις και συμπεριφορές.
Τυχαίο παράδειγμα: Με βάση την απογραφή του 2011, επί συνολικού πληθυσμού 10,8 εκατομμυρίων, τα 2,5 ήταν απόφοιτοι Δημοτικού και τα 1,4 απόφοιτοι τριτάξιου Γυμνασίου, ενώ 1,3 εκατομμύρια δεν είχαν καν ολοκληρώσει το Δημοτικό.
Λένε αυτά κάτι για τους πολιτικούς αντικατοπτρισμούς του μορφωτικού επιπέδου του πληθυσμού; Μπορεί ναι, μπορεί και όχι και πάντως μία γενίκευση είναι πάντα επικίνδυνη. Ωστόσο, σε μία τόσο μεγάλη πληθυσμιακή ομάδα με ελλιπείς στοιχειώδεις γνώσεις, σίγουρα θα πρέπει να αναζητηθούν και οι ρίζες πολλών προβληματικών συμπεριφορών. Μπορεί και πολλών από εκείνες που σήμερα δαιμονοποιούν την απογραφή.
Υπάρχει όμως και μία παράμετρος της απογραφής, η οποία θα έχει και άμεσο πολιτικό αποτύπωμα, το οποίο καλό θα ήταν να αξιολογήσουν όσοι έχουν βρει νέο πεδίο ανάπτυξης της συνωμοσιολογικής τους δράσης.
Τα στοιχεία της απογραφής θα διαμορφώσουν εν πολλοίς και τον χάρτη των εκλογών. Με βάση τον πληθυσμό κάθε περιοχής και το πόσο αυτός θα έχει αυξηθεί ή μειωθεί και πού, θα καθοριστούν και οι βουλευτικές έδρες της κάθε εκλογικής περιφέρειας. Κάπου μπορεί να αυξηθούν, κάπου να μειωθούν. Λαμβάνοντας υπόψη, για παράδειγμα, ότι στην προηγούμενη απογραφή είχε διαπιστωθεί μία σημαντική πληθυσμιακή αύξηση στην Κρήτη, μπορεί κάποιος να κατανοήσει τη σημασία μίας αύξησης των βουλευτικών εδρών εκεί, ή μίας αντίστοιχης στη Βόρεια Ελλάδα ή στην Αττική.
Θα αναρωτηθεί κανείς, «μπορεί να είναι τόσο δραματικές οι ανατροπές;».



