
Η διαγραφή χρέους εξαιτίας της πανδημίας είναι «αδιανόητη» καθώς θα αποτελούσε «παραβίαση της συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία απαγορεύει αυστηρά τη νομισματική χρηματοδότηση κρατών», υπογράμμισε σε συνέντευξή της που δημοσιεύεται στο φύλλο της Journal du Dimanche που κυκλοφορεί η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η Κριστίν Λαγκάρντ.
«Αυτός ο κανόνας αποτελεί μια από τις κολόνες των θεμελίων του ευρώ», εξήγησε η κ. Λαγκάρντ στη Γαλλική εβδομαδιαία εφημερίδα. «Αν η ενέργεια που ξοδεύεται για να ζητείται η ακύρωση χρέους από την ΕΚΤ αφιερωνόταν στον διάλογο για την αξιοποίηση του χρέους, αυτό θα ήταν πολύ πιο χρήσιμο! Για ποιο πράγμα θα γίνουν δημόσιες δαπάνες; Σε ποιους τομείς του μέλλοντος θα επενδύσουμε; Αυτό είναι το ουσιώδες σήμερα», πρόσθεσε η άλλοτε υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών της Γαλλίας και μετέπειτα γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, που ανέλαβε την προεδρία της ΕΚΤ τον Σεπτέμβριο του 2019.
«Όλες οι χώρες της Ευρωζώνης θα βγουν από αυτή την κρίση με αυξημένα επίπεδα χρέους», εκτίμησε η κυρία Λαγκάρντ. Όμως «δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι θα μπορέσουν να το αποπληρώσουν. Τα χρέη είναι διαχειρίσιμα μακροπρόθεσμα. Οι επενδύσεις σε τομείς καθοριστικούς για το μέλλον θα οδηγήσουν σε ισχυρότερη ανάπτυξη».
Άμεσα, προέβλεψε ότι «το 2021 θα είναι χρονιά ανάκαμψης. Η οικονομική ανάκαμψη έχει καθυστερήσει, αλλά δεν έχει κατεδαφιστεί. Προφανώς, αναμένεται με ανυπομονησία». Ωστόσο, «δεν είμαστε ακόμη ασφαλείς έναντι ρίσκων ακόμη άγνωστων», ενώ «δεν θα επανέλθουμε στο επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας που καταγραφόταν προτού εκδηλωθεί η πανδημία, πριν από τα μέσα του 2022», προειδοποίησε.
Να σημειωθεί ότι πάνω από 100 οικονομολόγοι απηύθυναν την Παρασκευή έκκληση να διαγραφούν δημόσια χρέη που παρακρατεί η ΕΚΤ, για να διευκολυνθεί η κοινωνική και οικολογική ανασυγκρότηση μετά την πανδημία.
«Χρωστάμε στους εαυτούς μας το 25% του χρέους μας κι αν αποπληρώσουμε το ποσό αυτό, θα πρέπει να το βρούμε από κάπου αλλού, είτε δανειζόμενοι για να το αναχρηματοδοτούμε αντί να επενδύουμε, είτε αυξάνοντας τους φόρους, ή μειώνοντας τις δαπάνες», εξήγησαν οι οικονομολόγοι, ανάμεσά τους πενήντα Γάλλοι, συμπεριλαμβανομένων του Τομά Πικετί, του Βέλγου πρώην υπουργού Πολ Μανιέτ, του Ούγγρου άλλοτε Ευρωπαίου επιτρόπου Άντορ Λάζλο κ.α



