Νίκος Κωνσταντάρας-Καθημερινή_

Για τους περισσότερους από εμάς, ο Σωτήρης Τσιόδρας εμφανίστηκε ξαφνικά και απρόσμενα στη ζωή μας. Οπως ο νέος κορωνοϊός, που μας ανάγκασε να δούμε από κοντά τον εαυτό μας και τις επιλογές μας, έτσι ο σοβαρός αλλά μειλίχιος και ευαίσθητος καθηγητής επιδημιολογίας έγινε κομμάτι της ζωής μας, αντικείμενο λατρείας αλλά και στόχος μνησικακίας. Ο Σωτήρης Τσιόδρας έγινε καθρέφτης όπου ο καθένας έβλεπε αυτό που ήθελε. Οσο σημαντική και αν είναι η συμβολή του καλού καθηγητή και της ομάδας του στην προστασία της δημόσιας υγείας, στην ασφάλεια του καθενός μας, τόσο πολύτιμη είναι και η ευκαιρία να δούμε εαυτούς, τις ανάγκες και τους φόβους μας, όπως τις προβάλλουμε στο πρόσωπό του.

Τον κ. Τσιόδρα δεν τον γνωρίζω περισσότερο απ’ ό,τι ο κάθε Ελληνας που παρακολουθούσε τις καθημερινές ενημερώσεις του καθώς και τις εκδηλώσεις θαυμασμού, αλλά και τις επιθέσεις εναντίον του στις στήλες των εφημερίδων και στα κοινωνικά δίκτυα. Ούτε θα συζητήσουμε εδώ το πλούσιο βιογραφικό, τις επιστημονικές περγαμηνές και τη ζωή του καλού καθηγητή που μάλλον άθελά του βρέθηκε στο επίκεντρο του δημόσιου ενδιαφέροντος. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι πως ένας άνθρωπος που δεν είναι ούτε «λαοπρόβλητος» πολιτικός ούτε γνωστός αθλητής ή κάποιας άλλης μορφής «σελέμπριτι», έγινε τόσο σημαντικό κομμάτι της ζωής μας ώστε τόσο πολλοί να εκφράζονται με ειλικρινή αγάπη, εκτίμηση και ευγνωμοσύνη προς το πρόσωπό του, ενώ άλλοι επιχειρούν να υποσκάψουν την εικόνα του.

Η επιφανειακή απάντηση είναι ότι επειδή η κυβέρνηση τον διόρισε αρχιστράτηγο στον πόλεμο εναντίον του νέου κορωνοϊού, και η στρατηγική που αυτός και η ομάδα του πρότειναν στην κυβέρνηση πέτυχε, όσοι υποστηρίζουν την κυβέρνηση ή δεν είναι φανατικά εναντίον της, της πιστώνουν την επιλογή Τσιόδρα και την επιτυχημένη διαχείριση της πανδημίας. Οσοι δεν θέλουν την κυβέρνηση να πετύχει, όσοι ίσως θα ήθελαν να ξεχαστούν τραγικές αποτυχίες της προηγούμενης, επιχειρούν να πλήξουν την εικόνα του Τσιόδρα, και μέσω αυτού της κυβέρνησης. Οταν, όμως, το 85% των πολιτών πιστεύει ότι η χώρα προχωράει στη σωστή κατεύθυνση (δημοσκόπηση Metron Analysis για διαΝΕΟσις στα μέσα Απριλίου), καταλαβαίνουμε γιατί ήσαν ελάχιστοι (παρότι μεγαλόφωνοι) αυτοί που επιχείρησαν την αποδόμηση του Τσιόδρα. Γι’ αυτό ίσως ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε να κρατήσει χαμηλούς τόνους, κι ας δέχθηκε εσωκομματική κριτική γι’ αυτό, όπως είπε σε συνέντευξή του στον Alpha. Η θέση του τέως υπουργού Υγείας Ανδρέα Ξανθού, είναι ξεκάθαρη. Σε σχόλιο στα «Νέα», έγραψε για τον Τσιόδρα: «Τον δικαιώνει όχι μόνο η επιδημιολογική εικόνα και η πορεία της πανδημίας στη χώρα, αλλά και το “αποτύπωμα” αξιοπιστίας και αξιοπρέπειας που άφησε στη συλλογική μας συνείδηση. Οσοι συνεργαστήκαμε μαζί του στο παρελθόν ξέραμε. Ελπίζω τώρα, έστω και καθυστερημένα, ακόμα και οι πιο δύσπιστοι να κατάλαβαν…» (Οπως ο Τσιόδρας μας «ενθαρρύνει» να δούμε ό,τι θέλουμε σε αυτόν, έτσι κι αυτή η δήλωση μας κάνει να ονειρευόμαστε ότι κάποτε η πολιτική αντιπαράθεση στη χώρα μας θα μπορούσε να διεξάγεται με τέτοιο ήθος.)

Η επιτυχία του Τσιόδρα και της ομάδας του, όμως, εξηγεί μόνο έως έναν βαθμό το μέγεθος της επιρροής του στην κοινή γνώμη. Η παρουσία του, ο τρόπος του, οι δηλώσεις αλλά και οι παρεμβάσεις του στο πεδίο συνέβαλαν στο να τον δουν πολλοί ως «συμβολικό γονιό», ως τον παντοδύναμο και παντογνώστη που μπορεί να προσφέρει ασφάλεια και παρηγοριά την ώρα του μεγάλου κινδύνου. Ο Τσιόδρας ενέπνεε εμπιστοσύνη με όσα έλεγε, αλλά και με το θάρρος να λέει «δεν ξέρω» όταν δεν ήξερε. Είχε και την αυτοπεποίθηση να απορρίπτει σθεναρώς κάποιες προσπάθειες υπονόμευσης του ηθικού των πολιτών. Τον είδαμε ως «γονιό» επειδή αυτό είχαμε ανάγκη· παραδόξως, ο ίδιος είναι από τους λίγους στη δημόσια σφαίρα που και συμπεριφέρθηκε ως ενήλικας και αντιμετώπισε τους πολίτες ως ενήλικες. Η ειλικρίνεια, η σοβαρότητα και η αξιοπιστία του συνδυάστηκαν με μια βαθιά ανθρωπιά που του επέτρεπε την εκδήλωση συναισθήματος, αγάπης, δημιουργώντας ακόμη βαθύτερα αισθήματα εμπιστοσύνης και αγάπης στους πολίτες.

Στο πρόσωπο του Σωτήρη Τσιόδρα ενώνονται το πάθος και η λογική, κάτι τόσο σπάνιο που ο Μαξ Βέμπερ, στο δοκίμιο «Η πολιτική ως κάλεσμα», λέει ότι η δυσκολία να επιτευχθεί τέτοια ένωση στο ίδιο πρόσωπο είναι η «καρδιά του προβλήματος». Στη χώρα μας δε, αυτός ο συνδυασμός είναι τόσο σπάνιος που υπάρχει η αντίληψη ότι είμαστε διχασμένοι σε παθιασμένους και λογικούς (σε Ρομαντικούς/Παραδοσιακούς και παιδιά του Διαφωτισμού, κ.λπ.). Ο Τσιόδρας δείχνει ότι υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να εκπροσωπήσουν την ωριμότητά μας – όχι μόνο στην ιδιωτική τους ζωή, όπου είναι πολλοί αυτοί, αλλά και στη δημόσια σφαίρα. Με την ώριμη και ήρεμη παρουσία του, ο Σωτήρης Τσιόδρας απέδειξε ότι η πραγματικότητα και η φαντασίωση (δηλαδή η ανάγκη μας για τέτοια πραγματικότητα) μπορούν να συνδυαστούν, να αποτελέσουν παράδειγμα για τον καθένα μας – είτε είναι πολιτικοί και διαμορφωτές της κοινής γνώμης, είτε παιδιά στο σχολείο.

Αφήστε ένα Σχολιο