
Ο προϋπολογισμός του 2020 ψηφίστηκε από την Βουλή, πλην όμως οι πιέσεις συνεχίζονται για την κυβέρνηση και για το οικονομικό επιτελείο που έχουν μπροστά τους ένα ιδιαίτερα απαιτητικό εφαρμοστικό έργο. Το κλίμα αυτό, άλλωστε, μεταφέρθηκε μέσα από τις ομιλίες τόσο του πρωθυπουργού, όσο και του υπουργού Οικονομικών στην Βουλή, στις ομιλίες τους για τον προϋπολογισμό.
Η διασφάλιση της εισπραξιμότητας των εσόδων αλλά και της συγκράτησης των δαπανών, σε συνδυασμό με την προσπάθεια τόνωσης των επενδύσεων και της ανάπτυξης, αποτελούν προϋπόθεση για την πλήρη εφαρμογή των ελαφρύνσεων αξίας 1,18 δις ευρώ που εγγράφονται στον νέο Προϋπολογισμό για το 2020, αλλά και των πρόσθετων εξαγγελιών του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη για σταδιακή μείωση από το 2020 της Εισφοράς Αλληλεγγύης, αλλά και για τη δεύτερη δόση της μείωσης του ΕΝΦΙΑ κατά 8%.
Ο υπουργός Οικονομικών προσδιόρισε τον χρόνο λήψης των αποφάσεων για το εύρος μείωσης του ΕΝΦΙΑ και της εισφοράς αλληλεγγύης. Ασφαλής εικόνα, όπως ανέφερε, θα υπάρχει τον προσεχή Μάιο, δίδοντας ένα ακόμη στίγμα της σημασίας που έχει το επόμενο διάστημα για την κυβέρνηση.
Επιπλέον, η προσπάθεια για τη διασφάλιση επαρκών επενδυτικών κεφαλαίων αλλά και πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου ώστε να υλοποιηθεί πλήρως το κυβερνητικό πρόγραμμα συνδέονται με τους δύο επόμενους διαπραγματευτικούς στόχους, τους οποίους επανέλαβε και ο υπουργός οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας στην ομιλία του. Η ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης για την αλλαγή χρήσης κερδών ομολόγων αξίας 5,1 δις ευρώ ούτως ώστε να τροφοδοτήσουν συμφωνημένες επενδύσεις, αλλά και η διαπραγμάτευση μείωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων από το 3,5% στο 2% του ΑΕΠ αρχής γενομένης από το 2021.
Παράλληλος στόχος είναι η βελτίωση της εικόνας της χώρας στις αγορές και στους επενδυτές, με κινήσεις οι οποίες θα επιταχύνουν τη διαδικασία αύξησης της πιστοληπτικής μας ικανότητας. Μεταξύ αυτών ετέθη από τον ΥΠΟΙΚ η πρόθεση για μία δεύτερη κίνηση πρόωρης αποπληρωμής μέρους του ακριβού δανείου με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μάλιστα προ ημερών, μετά τη Σύνοδο Κορυφής, αναφέρθηκε σε πρόωρη λήξη του καθεστώτος Ενισχυμένης Εποπτείας. Την εν λόγω κίνηση την συνέδεσε -εμμέσως- με την επαναφορά της Ελλάδας σε επενδυτική βαθμίδα.
Οι δανειστές από την πλευρά τους θα έρθουν στην Αθήνα το τρίτο δεκαήμερο του Ιανουαρίου, με στόχο την ολοκλήρωση της επόμενης αξιολόγησης το Φεβρουάριο και την επικύρωσή της στο Eurogroup του Μαρτίου.
Η εν λόγω αξιολόγηση (η οποία δεν συνδέεται με κέρδη ομολόγων), αποτελεί τα διαπιστευτήρια που πρέπει να δώσει η Αθήνα σε επίπεδο εφαρμογής των μεταπρογραμματικών δεσμεύσεων. Και αυτό ενώ είναι σε εξέλιξη παράλληλη διαπραγμάτευση με τους δανειστές σε τεχνικό επίπεδο για τη δημιουργία του μηχανισμού μέσω του οποίου θα διασφαλιστεί η αλλαγή χρήσης των κερδών ομολόγων των 5,1 δις ευρώ ούτως ώστε να τροφοδοτήσουν συμφωνημένες επενδύσεις.
Ο πρωθυπουργός στο πακέτο των συμφωνημένων επενδύσεων περιέλαβε, πέρα από τον ΒΟΑΚ (Βόρειος Οδικός Άξονας της Κρήτης), και μονάδες διαχείρισης απορριμμάτων, δίκτυα φυσικού αερίου της Μακεδονίας, επενδύσεις σε τομείς όπως η Παιδεία και η Υγεία, αλλά και για τη χρηματοδότηση εμβληματικών πρωτοβουλιών.
Οι θεσμοί έχουν αναγάγει σε κορυφαία προτεραιότητα της παρούσας αξιολόγησης το ζήτημα των κόκκινων δανείων με έμφαση πλέον στο πτωχευτικό δίκαιο, αλλά και των παρεμβάσεων για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Κράτους προς ιδιώτες, τις προσλήψεις στο δημόσιο και το πεδίο των ιδιωτικοποιήσεων.
Το κλίμα στις εν λόγω διαπραγματεύσεις είναι αυτό που θα διαμορφώσει και τις προϋποθέσεις για τον επόμενο μεγάλο στόχο: τη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων. Η εν λόγω μεγάλη διαπραγμάτευση θεωρητικά τοποθετείται χρονικά για τα μέσα 2020. Ουσιαστικά οι Ελληνικές προθέσεις θα αποκαλυφθούν με το Μεσοπρόθεσμο Προϋπολογισμό ο οποίος (με βάση την κοινοτική νομοθεσία), θα πρέπει να ανακοινωθεί το αργότερο τον Μάιο.



