
Με τους ρυθμούς των συναλλαγών να “χτυπούν” και πάλι “κόκκινο”, το χρηματιστήριο Αθηνών κατάφερε χθες να διαπεράσει τα υψηλά έτους και να κλείσει ακόμη και πάνω από τις 905 μονάδες, έχοντας μάλιστα στο πλευρό του την πλειονότητα των τίτλων του FTSE 25, και τον τραπεζικό κλάδο να “επεμβαίνει” καταλυτικά στη λήξη της συνεδρίασης.
Ο Γενικός Δείκτης έκλεισε με άνοδο 1,25% στις 905,66 μονάδες, ενώ κινήθηκε μεταξύ 893,10 μονάδων (-0,16%) και 905,66 μονάδων (+1,25%). Ο τζίρος ανήλθε στα 108 εκατ. ευρώ και ο όγκος στα 45,9 εκατ. τεμάχια, ενώ μέσω προσυμφωνημένων πράξεων διακινήθηκαν 2,6 εκατ. τεμάχια.
Οι 900 μονάδες είχαν αποδειχθεί ένα δύσκολο εμπόδιο για τον Γενικό Δείκτη το δεύτερο εξάμηνο του έτους που λήγει σε μερικές ημέρες, με την αγορά όμως να το δοκιμάζει με επιτυχία. Και τη μεγάλη διαφορά την έκανε στο τέλος ο τραπεζικός κλάδος, ο οποίος μπορεί να παρέμενε καθ’ όλη τη συνεδρίαση θετικά… ουδέτερος, αλλά στο φίνις έδωσε την ώθηση που χρειαζόταν ο Γενικός Δείκτης.
Βέβαια υπήρχε η συνδρομή της αγοράς ομολόγων, η οποία μετά από αρκετό διάστημα διόρθωσης έδειξε ότι έχει περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης, με την απόδοση του 10ετούς ομολόγου να διαμορφώνεται στο 1,26%, μετά και τις θετικές εξελίξεις από τις επαφές του Έλληνα Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με την επικεφαλής της ΕΚΤ την Τρίτη, καθώς και την άρση προσεχώς των ορίων που έχουν οι Ελληνικές τράπεζες στις θέσεις τους στα ελληνικά ομόλογα. Σύμφωνα με πληροφορίες η πλήρης άρση αυτών των ορίων είναι πολύ κοντά, με πηγές να την τοποθετούν πιθανότατα τον Φεβρουάριο του 2020.
Στο μέτωπο αυτό βέβαια βοήθησε και η άποψη της Citigroup ότι οι οίκοι θα προχωρήσουν σε αναβαθμίσεις της Ελλάδας το επόμενο έτος, δεδομένων των ισχυρών θεμελιωδών μεγεθών. Και αν το κάνουν (κατά τρεις ή τέσσερις βαθμίδες), η Ελλάδα μπορεί να επωφεληθεί σε όρους ρευστότητας από την ένταξη των ομολόγων στους δείκτες επενδυτικής βαθμίδας καθώς και στο QΕ. Όλα αυτά υποδηλώνουν ότι είναι πολύ πιθανό να σημειώνει απότομη και μεγάλη συρρίκνωση των Ελληνικών spreads.
Ένας ακόμη υποστηρικτικός καταλύτης στην αγορά ήταν η δήλωση του υπουργού Οικονομικών Χρήστου Σταϊκούρα ότι η Ελλάδα εξετάζει το ενδεχόμενο πρόωρης αποπληρωμής και άλλων “ακριβών” δανείων του ΔΝΤ, προκειμένου να βελτιώσει το προφίλ του χρέους της, ενώ στοχεύει να πείσει τους θεσμικούς πιστωτές της να επιτρέψουν μείωση των στόχων για τα πλεονάσματα για τα επόμενα χρόνια, δεδομένης της εξόδου από τα προγράμματα διάσωσης.
Η κίνηση αυτή έχει ως άμεσο όφελος ότι μειώνεται το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους και την καλύτερη θέση της στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης του 2020 για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Ωστόσο, ο βασικός στόχος είναι η περαιτέρω βελτίωση της εικόνας της χώρας προς στις αγορές και τους επενδυτές, προσβλέποντας σε ταχύτερη αναβάθμισή της από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης.



