100 ημέρες σε διχασμένη χώρα

Νίκος Κωνσταντάρας-Καθημερινή_

Σήμερα, 30 Απριλίου, ο Τζο Μπάιντεν συμπληρώνει 100 ημέρες στην εξουσία και αξιολογείται από τους συμπολίτες του για την επίδοσή του, για τα σχέδιά του και για την εμπιστοσύνη που τους εμπνέει.

Είναι σημαντικό ότι η πλειονότητα (55%) εγκρίνει το έργο του νέου προέδρου στο σύνολό του αλλά και σε κρίσιμα ζητήματα, μεταξύ αυτών η μάχη εναντίον της πανδημίας, τα μέτρα στήριξης της οικονομίας και της εργασίας και η προστασία του περιβάλλοντος. Προχθές, την Τετάρτη το βράδυ, αναμενόταν να παρουσιάσει σε ενιαία συνεδρία του Κογκρέσου τα σχέδιά του πάνω σε αυτούς τους τομείς, με προϋπολογισμό περίπου 4 τρισ. δολάρια. Ισως λιγότερο αναμενόμενο εύρημα σε δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos είναι ότι το ζήτημα που συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη αποδοχή των Αμερικανών πολιτών μετά τη μάχη κατά της πανδημίας (65%) είναι η προσπάθεια του νέου προέδρου να «ενώσει τη χώρα» (56%).

Μετά τη διχαστική τακτική του Ντόναλντ Τραμπ, με αποκορύφωμα την εισβολή στο Καπιτώλιο από ακραίους οπαδούς του στις 6 Ιανουαρίου, είναι αξιοσημείωτο ότι οι πολίτες επιδοκιμάζουν την ενωτική προσπάθεια του Μπάιντεν. Σε μια άλλη δημοσκόπηση, η Ipsos διερευνά σε μεγάλο βάθος τις αιτίες του διχασμού αλλά και το πώς μπορεί να γεφυρωθεί το χάσμα στην πολιτική και στην κοινωνία. Παρότι αφορά Αμερικανούς πολίτες και προβλήματα των ΗΠΑ, η έρευνα σίγουρα ενδιαφέρει κι άλλες χώρες.

Μεταξύ των κύριων ευρημάτων: εννέα στους δέκα Αμερικανούς πιστεύουν ότι είναι σημαντικό να μειωθεί ο διχασμός και επτά στους δέκα συμφωνούν ότι οι πολίτες έχουν περισσότερα κοινά μεταξύ τους απ’ ό,τι δείχνουν οι πολιτικοί ηγέτες και τα μέσα ενημέρωσης. Αυτά τα ευρήματα είναι περίπου ίδια με παρόμοιας έρευνας το 2019. Η εισβολή στο Καπιτώλιο ενίσχυσε τους φόβους που προκαλεί ο διχασμός, καθώς το 91% δηλώνει ότι και όταν υπάρχουν διαφωνίες πρέπει να βρίσκονται ειρηνικοί τρόποι συνύπαρξης, ενώ το 89% πιστεύει ότι σήμερα είναι πιο σημαντικό από ποτέ να ξεπεραστεί η πολιτική διχόνοια. Φαίνεται να υπάρχει, δηλαδή, αρκετό κοινό έδαφος για κινήσεις ενωτικές. Ποιοι μπορούν να παίξουν θετικό ρόλο σε αυτό; Και πώς;

Ερωτώμενοι ποιοι παράγοντες δρουν αρνητικά πάνω στην ενότητα, οι συμμετέχοντες στη δημοσκόπηση απάντησαν: «Πολιτικοί ηγέτες σε εθνικό επίπεδο» (62%), «τα κοινωνικά δίκτυα» (61%) και «τοπικοί πολιτικοί ηγέτες» (39%). Αντιθέτως, θετική επίδραση μπορούν να έχουν «απλοί άνθρωποι» (38%), «θρησκευτικοί ηγέτες» (36%) και «τοπικοί πολιτικοί ηγέτες» (24%).

Από τα προτεινόμενα μέτρα για να μειωθεί η διχόνοια, το 82% συμφωνεί με το «να διδάσκονται τα παιδιά να λύνουν τις διαφορές τους με πιο εποικοδομητικό τρόπο» και το 75% με το να μάθουν το ίδιο οι ενήλικοι. Το 66% συμφωνεί με την ύπαρξη υποψηφίων τρίτου κόμματος ή ανεξάρτητων, ώστε να έχουν περισσότερες επιλογές στις εκλογές. Πάνω από οκτώ στους δέκα συμφωνούν με το «να δοθεί μεγαλύτερη φωνή στους απλούς ανθρώπους στη λήψη αποφάσεων που τους αφορούν», με τη «βελτίωση των οικονομικών ευκαιριών και της ασφάλειας για όλους, ασχέτως φυλής, εθνικότητας ή τόπου διαμονής» και με την εκλογή ηγετών «που είναι ταγμένοι στην ενότητα».

Σε όλα αυτά τα ζητήματα, η απόσταση μεταξύ των απόψεων Δημοκρατικών, Ρεπουμπλικανών και ανεξάρτητων ψηφοφόρων (αλλά και των «απολιτίκ») είναι αμελητέα ή μικρή.

Ουσιαστική παράμετρος –τέχνη– της πολιτικής είναι να γνωρίζει κανείς ότι διαφορετικές ομάδες μπορεί να λένε παρόμοια πράγματα αλλά να εννοούν άλλα, να θέλουν να μετατραπεί ένα κοινό «όραμα» σε πολιτική που συμφέρει τις ίδιες πάνω από το συλλογικό καλό. Εχει σημασία, λοιπόν, που ο Μπάιντεν, παρότι εφαρμόζει αμιγώς πολιτική των Δημοκρατικών, επιδιώκει να κερδίσει την υποστήριξη και Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων. Γι’ αυτό η πλειονότητα επιδοκιμάζει το έως τώρα έργο του, όταν μόνο το 42% ενέκρινε τις πρώτες εκατό ημέρες του Τραμπ.

Η δική μας χώρα, που μετράει διακόσια χρόνια αγώνων για ελευθερία, ανεξαρτησία και ευημερία, που γνωρίζει καλά το κόστος της διχόνοιας και την ευκολία με την οποία αυτή επικρατεί, οφείλει να παρακολουθεί, να μαθαίνει από τις εμπειρίες, τις προτάσεις και τις λύσεις άλλων.

Αφήστε ένα Σχολιο