Μια ευρωπαϊκή εκκρεμότητα. Ο νέος κύκλος διερευνητικών συνομιλιών μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων διπλωματών, που αρχίζει αύριο στην Κωνσταντινούπολη, είναι ο 61ος μιας σειράς επαφών από το 2002, που διακόπηκε το 2016 με τουρκική ευθύνη. Αρχίζει έπειτα από ένα χρόνο μεγάλης έντασης μεταξύ των δύο γειτόνων και θεωρείται ένδειξη ότι η Αγκυρα επιστρέφει στο πεδίο της διπλωματίας.

Ομως, οι ατέρμονες συζητήσεις αποδεικνύουν και κάτι άλλο· ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν έχει διαμορφώσει μια εξωτερική πολιτική που θα της επέτρεπε να διαχειρίζεται τέτοια θέματα. H επιθετικότητα της Τουρκίας στον Εβρο και στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς και η συμπεριφορά της κυβέρνησης εναντίον του δικού της λαού αλλά και γειτόνων, ήταν ευκαιρία για την Ε.Ε. να εφαρμόσει μια εξωτερική πολιτική που συνδυάζει τον πραγματισμό με τις αρχές, όπως αυτή αποτυπώνεται στο έγγραφο στρατηγικής «Κοινό όραμα, κοινή δράση» του 2016.

Οι «χλιαρές» αποφάσεις του τελευταίου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, το οποίο προειδοποιεί την Τουρκία για το ενδεχόμενο κυρώσεων, και το γεγονός ότι η Γερμανία και η Γαλλία έλαβαν διαμετρικά αντίθετες θέσεις στη διάρκεια της περυσινής έντασης, δείχνουν πόσο η Ε.Ε. αδυνατεί να πάρει σαφή θέση πάνω σε τέτοια ζητήματα. Οταν η στρατηγική της Ενωσης μιλάει για «αρχές», οι Ευρωπαίοι ηγέτες και οι μηχανισμοί της Ε.Ε. δεν θα έπρεπε να αμφιταλαντεύονται όταν βλέπουν την Τουρκία να παραβιάζει το διεθνές δίκαιο και τα δικαιώματα δύο χωρών-μελών.

Με αποφασιστική στάση, η Ε.Ε. θα μπορούσε να δείξει ότι υπερασπίζεται το διεθνές δίκαιο και τα συμφέροντα των μελών της. Το πρόβλημα είναι ότι ο «πραγματισμός» για τον οποίο μιλάει η Ενωση φαίνεται να αφορά τα συμφέροντα των ισχυρότερων μελών, και οι «αρχές» επιβάλλονται μόνον όταν αυτό είναι εύκολο. Η Γερμανία πιστεύει ότι η Γαλλία ανταγωνίζεται την Τουρκία για δικούς της λόγους, ενώ άλλοι παρατηρούν ότι η Γερμανία διστάζει να λάβει μέτρα εναντίον της Τουρκίας λόγω των στενών οικονομικών σχέσεων των δύο χωρών. (Οπως, εξάλλου, ισχύει και για την Ισπανία και την Ιταλία.)

Από τη μία, λοιπόν, η Ε.Ε. δεν υιοθετεί ενιαία γραμμή εναντίον της Τουρκίας, από την άλλη, η Ελλάδα δεν έχει πείσει τους εταίρους της στον βαθμό που να θεωρούν τα ελληνικά (και κυπριακά) σύνορα και δικαιώματα ως ευρωπαϊκά σύνορα και δικαιώματα. Από τη στιγμή που η ελληνική εξωτερική πολιτική είναι, σε μεγάλο βαθμό, εναρμονισμένη με την ευρωπαϊκή, είναι ανάγκη να υπάρχει κοινή στρατηγική πάνω σε ένα ζήτημα που είναι καθαρά θέμα αρχών, πριν αρχίσει η συζήτηση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Η συγκυρία ευνοεί την Ελλάδα περισσότερο από την Τουρκία. Το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στοχεύει να χαράξει κοινή γραμμή με τις Ηνωμένες Πολιτείες όσον αφορά την Τουρκία, ανησυχεί την Αγκυρα, καθώς η κυβέρνηση Μπάιντεν αναμένεται να ασκήσει πίεση στην τουρκική κυβέρνηση για τη συμπεριφορά της εκτός και εντός συνόρων. Ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος προστάτευε τον Ερντογάν με αξιοσημείωτη συνέπεια και επιμονή, έφυγε.

Επίσης, η χειμαζόμενη τουρκική οικονομία είναι εξαρτημένη από την ευρωπαϊκή, κάτι που το Συμβούλιο υπενθύμισε σαφώς στην Αγκυρα στα συμπεράσματά του τον Δεκέμβριο. Εάν οι γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου οδηγήσουν σε κυβέρνηση συνασπισμού με τη συμμετοχή των Πρασίνων, η Τουρκία θα υποστεί περισσότερη πίεση για τις παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων και για την εξαγωγή βίας.

Η Αθήνα, από την άλλη, κινείται με νέα αξιοπιστία και νέα αυτοπεποίθηση, έχοντας διαχειριστεί επαρκώς δύο κρίσεις που προκλήθηκαν από την Αγκυρα. Γι’ αυτό, χρήσιμο θα ήταν η Ελλάδα να πείσει τους εταίρους της για το δίκαιο των θέσεών της και για τη ρεαλιστική προσέγγισή της στις διαφορές με την Τουρκία. Ετσι, Ελλάδα και Ε.Ε. θα μπορέσουν να χαράξουν κοινή θέση σε αυτό το μέτωπο και, την ίδια ώρα, θα συμβάλουν στη διαμόρφωση μιας ευρωπαϊκής πολιτικής που θα είναι αξιόπιστη, βασισμένη σε αρχές και στο δίκαιο. Οσο αυτονόητη και αν φαίνεται η ανάγκη για τέτοια ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική, τα «αγκάθια» στη σχέση Ελλάδας – Τουρκίας δείχνουν ότι η προσπάθεια αυτή είναι ακόμη στα σπάργανα.

Αφήστε ένα Σχολιο